"Προσπάθησα να μπλοκάρω το κρύο με τη δύναμη του μυαλού, αλλά το σώμα σχεδόν πάντα υπερισχύει. Μπορεί να ήμουνα καθισμένος σε ένα άλογο επί ώρες. Όπου δεν κινείσαι, απλώς κρέμονται τα πόδια σου."
Οι χειμώνες της Κιργιζίας είναι εξαιρετικά σκληροί. Τη νύχτα η θερμοκρασία μπορεί να πέσει κάτω από τους -35 °C, και στο πρώτο του ταξίδι, ο Frederik Buyckx πραγματικά έπαθε σοκ από το κλίμα. "Ήταν Νοέμβρης όταν πήγα. Έκανε κρύο, αλλά δεν χιόνιζε τις πρώτες εβδομάδες. Και τότε, προς το τέλος, άρχισε να πέφτει το χιόνι και η θερμοκρασία, και παρόλα αυτά, εμείς συνεχίζαμε να ανεβαίνουμε τα βουνά".
Όσο ήταν στην Κιργιζία ο Frederik έμενε σε ένα χωριό κοντά στο Ατ Μπάσι που κυριολεκτικά σημαίνει "Κεφαλή αλόγου" και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το όνομα του πιο πρόσφατου έργου του. Ένα έργο που ο Frederik ήθελε πολύ να κάνει.
"Για εμένα, είναι ένας προσωπικός στόχος, να βρω κάτι που δεν υπάρχει εδώ στο Βέλγιο", εξηγεί. "Τα απέραντα τοπία και η φύση και όλα τα υπόλοιπα. Είναι η αναζήτηση για κάτι που θα ήθελα να ζήσω, και ήθελα να εξερευνήσω πώς αυτοί οι νομαδικοί λαοί ζουν μαζί και εναντίον στις δυνάμεις της φύσης. Ειδικά τον χειμώνα, σε ένα τόσο σκληρό περιβάλλον".
Το έργο του Frederik καταγράφει την ημινομαδική ζωή των βοσκών που, μία φορά τον χρόνο, μετακινούνται με τα ζώα τους από τα χειμερινά βοσκοτόπια στα βουνά, προς τις πιο ζεστές καλοκαιρινές πεδιάδες, όπου ζουν σε γιουρτ. Διανύουν μια απόσταση 100 χλμ., που σημαίνει ότι ταξιδεύουν για αρκετές μέρες. Ένας τρόπος ζωής που εδώ και εκατοντάδες χρόνια ελάχιστα έχει αλλάξει. Θα περιμέναμε ότι είναι μια κουλτούρα που αργοπεθαίνει, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει καθόλου.
"Για εμένα", λέει ο Frederik, "αυτό το έργο δεν είχε καμία σχέση με τη δημιουργία ιστορικού αρχείου. Δεν ένιωσα ότι ο νομαδικός τρόπος ζωής πρόκειται να εξαφανιστεί σύντομα. Οι δύο οδηγοί μου ήταν είκοσι πέντε ετών και συζητούσαν ότι σκοπεύουν να χτίσουν τις δικές τους φάρμες πάνω στα βουνά".
Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν σε άσπρο και μαύρο, καθώς ο Frederik ήθελε να τονίσει τη σκληρότητα του τοπίου, αλλά και, όπως λέει ο ίδιος, "βοηθάει να πλησιάσεις περισσότερο την καρδιά του θέματός σου, χωρίς να αποσπάσαι από τα χρώματα της φύσης".
"Φωτογραφίζω σε άσπρο και μαύρο μέσα από το εικονοσκόπιο, αλλά, όταν ανεβάζω τις πρωτότυπες εικόνες στον υπολογιστή, τις βλέπω με χρώμα και αυτό πάντα με μπερδεύει στην αρχή", εξομολογείται γελώντας. "Πριν ακόμα φωτογραφίσω την εικόνα, τη φαντάζομαι ασπρόμαυρη και νομίζω ότι πλέον οι αναμνήσεις μου από το τοπίο είναι επίσης ασπρόμαυρες".
Επειδή ο Fredrik περνούσε τόσο πολύ χρόνο σε μετακινήσεις, στη ράχη ενός αλόγου, ήταν σημαντικό να ταξιδεύει με όσο το δυνατόν λιγότερο εξοπλισμό. Και μάλιστα, πήρε μαζί του μόνο δύο μηχανές και δύο φακούς. Δύο Sony α7R III με έναν φακό 28 mm f/2 στη μία και έναν GM 24-70 mm f/2,8 στη άλλη. "Στην ουσία, τον περισσότερο χρόνο χρησιμοποιούσα τη μία μηχανή", μας λέει, "και χρησιμοποίηση τη μηχανή με τον φακό 28 mm f/2 για τις εσωτερικές λήψεις. Θα ήταν αδύνατο να μεταφέρω τη μηχανή από τη ζέστη στο κρύο, γιατί θέλει κάποιες ώρες για να προσαρμοστεί και να αποτραπεί η συμπύκνωση υδρατμών".
Ο Frederik είχε και πρακτικούς λόγους για να χρησιμοποιεί δύο διαφορετικούς φακούς στις μηχανές του. "Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω την εστιακή απόσταση 28 mm στη μηχανή εσωτερικών λήψεων, γιατί μου αρέσουν οι χαμηλές, διακριτικές ρυθμίσεις, και επίσης χρησιμοποίησα τη λειτουργία αθόρυβου κλείστρου, για να μην ενοχλώ το οικογενειακό περιβάλλον", μας εξηγεί.
Για τις εξωτερικές λήψεις, ο φακός GM 24-70 mm f/2,8 μάς έδωσε μια ποικιλία από εστιακές αποστάσεις, χωρίς όμως να χρειάζεται να κουβαλάμε μια ποικιλία από φακούς. "Ίππευα φορώντας δύο ή και τρία ζευγάρια γάντια", λέει ο Frederik γελώντας, "και είχα τα γκέμια στο ένα χέρι και μια μηχανή στο άλλο. Καταλαβαίνετε ότι ήταν αδύνατο να αλλάζω και φακούς!"
Ένα άλλο στοιχείο που βοήθησε τον Frederik στις ακραίες συνθήκες ήταν η λειτουργία συνεχούς αυτόματης εστίασης της α7R III. "Είναι η πρώτη φορά που τη χρησιμοποίησα σωστά", μας λέει. "Φωτογράφιζα κινούμενους ανθρώπους και άλογα, ενώ ήμουν πάνω σε ένα άλογο, το οποίο επίσης συχνά ήταν σε κίνηση. Κι έτσι, η συνεχής αυτόματη εστίαση με βοήθησε ουσιαστικά, ώστε τα πάντα να είναι σε εστίαση".
Εκτός από τον εξοπλισμό που τον βοηθάει να φωτογραφίζει σε τόσο δύσκολες συνθήκες, τι άλλο βοήθησε τον Frederik να αφηγηθεί τις ιστορίες του μέσα από εικόνες; "Σίγουρα, το ότι γνώρισα τους ανθρώπους που φωτογράφιζα! Επειδή μέσα σε τρία χρόνια επισκεπτόμουν πολύ συχνά αυτό το μέρος", εξηγεί, "κατάφερα να δημιουργήσω φιλίες και, μάλιστα, δεθήκαμε πάρα πολύ. Είναι πολύ ανοιχτοί άνθρωποι, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε ιδιαίτερα, καθώς εκείνοι δεν μιλάνε αγγλικά και εγώ δεν μιλάω τη γλώσσα τους. Αλλά με διευκόλυναν να μπω στην κοινότητά τους και με καλωσόρισαν στα σπίτια τους."