Στο Εθνικό Πάρκο Zakouma του Τσαντ, ένα στρατιωτικό μεταγωγικό αεροπλάνο C-130 έχει αρχίσει την τελική κάθοδο για προσγείωση σε έναν ανώμαλο διάδρομο που βρίσκεται σε κάποιον απομακρυσμένο θαμνότοπο. Μέσα στο αεροσκάφος υπάρχουν πέντε μαύροι ρινόκεροι που απειλούνται με εξαφάνιση, οι οποίοι είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Η στιγμή αυτή αποτελεί το επιστέγασμα πολυετούς σχεδιασμού και είναι μια εξαιρετικά σημαντική στιγμή για φωτογράφους όπως ο Marcus Westberg.
Το ευρύτερο οικοσύστημα του Zakouma, που καλύπτει σχεδόν 28.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες βιότοπους-σαβάνες της Κεντρικής Αφρικής με απίστευτη βιοποικιλότητα, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων θηλαστικών όπως ελέφαντες, λιοντάρια, βουβάλια και καμηλοπαρδάλεις. Για περισσότερα από 40 χρόνια, όμως, έλειπε ένα βασικό ζώο: ο μαύρος ρινόκερος. Η εκτεταμένη λαθροθηρία στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 είχε ως αποτέλεσμα την εξολόθρευση ολόκληρου του πληθυσμού. Η επιστροφή των μαύρων ρινόκερων στο περιβάλλον τους είναι και ο λόγος που έφερε τον Marcus σε αυτή την απομακρυσμένη γωνιά του κόσμου.
«Η επιστροφή του ρινόκερου στο Τσαντ είναι πραγματικά μια απίστευτη ιστορία επιτυχίας», εξηγεί ο Marcus, «και δεν αφορά μόνο τους ρινόκερους. Αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί αν το Zakouma δεν είχε μετατραπεί σε έναν παράδεισο για την άγρια ζωή. Όταν έφτασαν εδώ τα μη κερδοσκοπικά αφρικανικά πάρκα προστασίας της φύσης το 2010, το πάρκο είχε χάσει το 90% των 4000 ελεφάντων του από τους λαθροκυνηγούς ελεφαντόδοντου. Τώρα, ο αριθμός των άγριων ζώων αυξάνεται και πάλι, η λαθροθηρία ελεφάντων έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί και συμφωνήθηκε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να δημιουργηθεί ένας βιώσιμος πληθυσμός μαύρων ρινόκερων».
O Marcus προσλήφθηκε από τα Αφρικανικά Πάρκα για να καταγράψει τις διάφορες προστατευόμενες περιοχές υπό την αιγίδα τους και έφτασε στη χώρα αρκετές εβδομάδες πριν την άφιξη των ρινόκερων. «Αν και η λήψη που τραβά την προσοχή (hero shot) τραβήχτηκε τη στιγμή της απελευθέρωσης», λέει ο Marcus, «η ιστορία αυτή είναι πολύ πιο σύνθετη και περιλαμβάνει πολλά περισσότερα πράγματα για φωτογράφιση - από το κτήριο των περιφραγμένων χώρων όπου φυλάσσονταν οι ρινόκεροι κατά τις πρώτες εβδομάδες, την εκφόρτωση των κιβωτίων και τους παρευρισκόμενους αξιωματούχους, μέχρι τις ομάδες ενημέρωσης του πάρκου που ταξίδεψαν από χωριό σε χωριό για να προετοιμάσουν την τοπική κοινότητα για την παρουσία των ρινόκερων στην περιοχή. Καθώς εικόνες σαν αυτές θα χρησιμοποιηθούν, στη συνέχεια, για δελτία τύπου, ετήσιες εκθέσεις και ενημερώσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πρέπει να αφηγούνται διεξοδικά όλη την ιστορία».
Καθώς ο Marcus εξηγεί τις πτυχές της αποστολής, είναι σαφές ότι η ψυχική και σωματική αντοχή είναι εξίσου σημαντική με τις τεχνικές δεξιότητες σε αυτόν τον συγκεκριμένο τομέα. «Η πραγματικότητα τέτοιων πρωτοβουλιών, ειδικά αν περιλαμβάνουν μεγάλες αποστάσεις και τη διέλευση διεθνών συνόρων, είναι ότι τα πράγματα σπάνια έρχονται όπως τα έχεις σχεδιάσει», συνεχίζει ο Marcus. «Πρέπει να μπορείς να προσαρμόζεσαι και να παραμένεις συγκεντρωμένος. Αυτή τη φορά, οι καθυστερήσεις σήμαιναν ότι, αντί για φωτογράφιση σε ανεκτή θερμοκρασία την αυγή σε υπέροχο, ζεστό φως, κάναμε φωτογράφιση με αφόρητη ζέστη το μεσημέρι. Όπως συμβαίνει με κάθε είδους φωτορεπορτάζ, δεν μπορείς να επιλέξεις τις συνθήκες: αν αρχίσουν να συμβαίνουν πράγματα το μεσημέρι, τότε αυτό που έχεις είναι η ζέστη και το σκληρό φως».
Ας πάμε, λοιπόν, στη μεγάλη στιγμή. Μετά από ένα ταξίδι που διήρκεσε 36 ώρες και κάλυψε 4.350 χιλιόμετρα, με στάσεις στη Ζάμπια και το Μπουρούντι, είναι εύλογο οι ρινόκεροι – που δεν φημίζονται καθόλου για το ήρεμο ταμπεραμέντο τους ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων – να είναι αγχωμένοι, αποπροσανατολισμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι. «Φυσικά, είναι περιττό να πούμε ότι προτεραιότητα έχει η ευζωία των ρινόκερων και όχι η λήψη φωτογραφιών», σημειώνει ο Marcus, «και για προφανείς λόγους, κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στον περιφραγμένο χώρο όταν θα απελευθερωθούν οι ρινόκεροι. Από την άλλη πλευρά, δεν θα ήταν ιδανικό να φωτογραφίζει κανείς πίσω από έναν ξύλινο φράκτη».
Ποια ήταν η λύση που σκέφτηκε ο Marcus; «Σε κάθε περιφραγμένο χώρο έγινε εκσκαφή κάτω από τον ξύλινο φράχτη και κατασκευάστηκε μια τσιμεντένια ποτίστρα που εκτεινόταν περίπου 20 εκατοστά και από τις δυο πλευρές του φράχτη. Επειδή η στάθμη του νερού δεν έφτανε μέχρι το κάτω μέρος του φράχτη, ο χώρος ήταν επαρκής για να χωρέσουν δυο χέρια και μια φωτογραφική μηχανή», εξηγεί ο Marcus. «Παρόλο που οι ρινόκεροι έχουν κακή όραση, είναι πολύ καλοί στην ανίχνευση κίνησης, οπότε συμφώνησα με τον υπεύθυνο κτηνίατρο ότι δεν επρόκειτο να μετακινήσω τη φωτογραφική μηχανή ή να την τοποθετήσω σε άλλη θέση προτού οι ρινόκεροι στραφούν μακριά από μένα, ώστε να μην να τους τρομάξω. Το σχέδιο ήταν καλό, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ένας από τους ρινόκερους αποφάσισε να δροσιστεί και παραλίγο να χτυπήσει τη φωτογραφική μηχανή και να τη ρίξει μέσα στο νερό».
Στο τέλος, μόνο ο τελευταίος θηλυκός ρινόκερος ήταν αρκετά ήρεμος ώστε ο κτηνίατρος να επιτρέψει στον Marcus να επιχειρήσει να απαθανατίσει έναν ρινόκερο που απελευθερώνεται, με τον όρο να κάνει μία μόνο προσπάθεια. «Ειλικρινά, δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσα να απαθανατίσω αυτή τη σκηνή χωρίς τη Sony Alpha 1», θυμάται ο Marcus. «Η περιστρεφόμενη οθόνη, η αυτόματη εστίαση με παρακολούθηση ματιού AF, η δυνατότητα να μπορώ να κάνω συνεχείς λήψεις σε λειτουργία ριπής… Προτιμώ να μη σκέφτομαι τι θα είχε γίνει αν είχα μια λιγότερο προηγμένη φωτογραφική μηχανή».
Αυτό, όμως, που είναι ίσως το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι οι φωτογραφικές μηχανές της Sony μπορούν να λειτουργούν εντελώς αθόρυβα. «Αυτό κάνει πραγματικά τη διαφορά. Ένα θορυβώδες κλείστρο θα είχε σίγουρα τρομάξει τους ρινόκερους. Θυμάμαι να παρακολουθώ μαύρους ρινόκερους με τα πόδια πριν από μερικά χρόνια. Χρειάστηκαν ώρες για να τους εντοπίσουμε και οι θάμνοι ήταν αρκετά πυκνοί, παρέχοντάς μας τη δυνατότητα να πλησιάσουμε πολύ κοντά. Όμως, ο θόρυβος του κλείστρου τους τρόμαξε αμέσως. Το μόνο που πρόλαβα πριν εξαφανιστούν ήταν να τραβήξω τρεις φωτογραφίες».
Για τους φωτορεπόρτερ που ασχολούνται με την προστασία της φύσης, όπως ο Marcus, το μέγεθος και το βάρος είναι άλλος ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. «Εργάζομαι με τρεις Sony Alpha 1 και, καθώς δεν συνηθίζω να αλλάζω φακούς κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης, έχω και τους τρεις φακούς μαζί μου. Για τη μετακίνηση αυτών των ρινόκερων και την απελευθέρωσή τους, χρησιμοποίησα κυρίως τους φακούς FE 12-24 mm f/2.8 GM, FE 24-70 mm f/2.8 GM II και FE 70-200 mm f/2.8 GM OSS II», σημειώνει ο Marcus. «Γενικά, χρειάζομαι εξοπλισμό που δεν με επιβαρύνει περισσότερο από ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο, ειδικά αν θέλω κουβαλώ άνετα και τις τρεις φωτογραφικές μηχανές ταυτόχρονα, ενώ κινούμαι σε θερμοκρασίες που φτάνουν τους 40 βαθμούς Κελσίου, χωρίς βοηθό – ενώ πρέπει επίσης να έχω το drone μου και μερικούς σταθερούς φακούς στο σακίδιό μου, καθώς και μερικούς μεγάλους τηλεφακούς για επιτόπιες λήψεις άγριας ζωής».
Φυσικά, η καταγραφή στιγμών όπως αυτή δεν έχει να κάνει απλά με την ικανοποίηση που προσφέρει μια δύσκολη λήψη με δυνατές εικόνες. Το σημαντικό είναι ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι φωτογραφίες αυτές. «Η λέξη-κλειδί είναι σίγουρα η λέξη ‘επιδραστικός’», αναφέρει ο Marcus όταν του ζητείται να σκεφτεί τον ρόλο που μπορεί να παίξει η φωτογραφία προκειμένου να υπάρξουν θετικές αλλαγές. «Κοιτάξτε, δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε τη σημασία της φωτογραφίας. Στη μετακίνηση αυτών των ρινόκερων και την απελευθέρωσή τους, είμαι μέρος μιας πολύ μεγάλης ομαδικής προσπάθειας. Ωστόσο, τέτοιες πρωτοβουλίες εξαρτώνται από τη γενναιοδωρία των δωρητών και, στον τομέα της συγκέντρωσης χρημάτων, το οπτικό υλικό παίζει σημαντικό ρόλο. Πρέπει να τραβήξουμε την προσοχή των ανθρώπων».
Σύμφωνα με τον Marcus, η ανάδειξη τέτοιων πρωτοβουλιών μπορεί να έχει ισχυρό αντίκτυπο και στις τοπικές σχέσεις. «Χώρες όπως το Τσαντ δεν λαμβάνουν αρκετή θετική δημοσιότητα, επομένως είναι σημαντικό να προωθούνται ιστορίες επιτυχίας όπως αυτή όταν συμβαίνουν. Αυτό προάγει την υπερηφάνεια και την υποστήριξη του τοπικού πληθυσμού, κάτι που είναι απαραίτητο, διότι τα πάρκα δεν μπορούν να προστατεύσουν αυτά τα ζώα από μόνα τους. Οι κοινότητες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για την ασφάλεια. Εξάλλου, πρόκειται για το σπίτι τους και τη δική τους ιστορία. Χρειαζόμαστε οπωσδήποτε μια αίσθηση συμμετοχής και ιδιοκτησίας σε τοπικό επίπεδο. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν γύρω από το πάρκο δεν θα δουν ποτέ αυτούς τους ρινόκερους, καθώς είναι ντροπαλά ζώα, το πάρκο είναι μεγάλο και οι θάμνοι πυκνοί. Συνεπώς, είναι ωραίο να έχουμε τέτοιο υλικό για να το κοινοποιήσουμε στους ανθρώπους αυτούς».
Αυτό ισχύει επίσης και σε ευρύτερη κλίμακα. «Δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί παγκοσμίως, νομίζω ότι χαιρόμαστε όλοι όταν υπάρχουν κάποια καλά νέα», σκέφτεται ο Marcus. «Και οι φωτογράφοι όπως εγώ είναι πολύ τυχεροί που μπορούν να συνεισφέρουν, αναδεικνύοντας τις προσπάθειες των ανθρώπων που προσπαθούν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Όταν όμως έχεις μπροστά σου, για μια σύντομη στιγμή, αυτό που πρέπει να δει ο κόσμος, δεν θέλεις να χάνεις τον χρόνο σου κάνοντας μικρορυθμίσεις σε εξοπλισμό που δεν ανταποκρίνεται σωστά ή να ανησυχείς ότι ο εξοπλισμός της φωτογραφικής μηχανής δεν μπορεί να συμβαδίσει με αυτό που θέλεις να απαθανατίσεις».